Το λιντ στην Κλασική μουσική

Το λιντ στην Κλασική μουσική:

Η Αρχή του 19ου αιώνα υπήρξε μια από τις πιο λαμπρές και τις πιο γόνιμες περιόδους της Γερμανικής μουσικής τέχνης. Εκεί όπου συναντώνται ο κλασικισμός που εμπνέει και ο ρομαντισμός που γεννιέται, τα ονόματα του Μπετόβεν, του Σούμπερτ και του Βέμπερ βρίσκονται ενωμένα.

Ο Σούμπερτ θαύμαζε βαθιά τον Μπετόβεν, παρ’ όλο που δεν γνώρισαν ποτέ ο ένας τον άλλο. Ο Μπετόβεν έλεγε για αυτόν: “Αληθινά, ο Σούμπερτ έχει μέσα του το Θείο πυρ”. Την εποχή που ο Μπετόβεν έγραφε τις τελευταίες του σονάτες, την Λειτουργία σε Ρε, την Ένατη Συμφωνία και τα τελευταία του κουαρτέτα, ο Σούμπερτ, περιορισμένος στον χωρίς αξιώσεις τύπο του Λιντ, δημιουργούσε στο είδος αυτό, που ήταν τόσο περιφρονημένο μέχρι τότε, τόσο σημαντικά αριστουργήματα, ώστε, έδινε σε αυτό μια σπουδαιότητα ανάλογη με εκείνη που είχαν η συμφωνία και η όπερα.

Το λιντ είναι ουσιαστικά γερμανικό είδος. Η λέξη άλλωστε δεν έχει την αντίστοιχη της σε άλλη γλώσσα. Το λιντ είναι ένα τραγούδι. Αν και υπάρχουν τραγούδια θλιβερά και τραγούδια σοβαρά, η λέξη “τραγούδι” προκαλεί περισσότερο στο πνεύμα μας την ιδέα ενός ελαφρού ή χαρωπού κομματιού. Αποκλείει σχεδόν την ιδέα του βάθους. Το λιντ απεναντίας, είναι επίσης, και ίσως περισσότερο συχνά, μελαγχολικό, σοβαρό, βαθύ και συγκινητικό, παρά εύθυμο ή διασκεδαστικό. Το να μεταφράσει κανείς το λιντ ως romance, θα συντελούσε στο να παρανοήσει την ποικιλία ενός είδους πολύ εκτεταμένου. Η romance είναι αποκλειστικά αισθηματική. Το λιντ προσαρμόζεται σε όλες τις εκφράσεις. Ο Γκουνό και ο Μασνέ τιτλοφορούν τα μικρά φωνητικά τους κομμάτια Μελωδίες. Με αυτό όμως, φαίνονται να υποδεικνύουν ότι, μέσα στην σκέψη τους, όλο το ενδιαφέρον αυτών των έργων έγκειται στη μελωδική γραμμή ή την μουσική σύνθεση και καθόλου στην ποίηση. Από την άλλη μεριά, αυτό που αποτελεί την πρωτοτυπία του Γερμανικού λιντ, είναι ο ιδιαίτερος δεσμός ποιήματος και τραγουδιού. Εδώ τα λόγια δεν είναι μόνο μια αφορμή για την μουσική. Σκοπός τους είναι να απασχολήσουν την προσοχή του ακροατή το ίδιο και εξίσου με την μελωδία, και αυτή σαν μόνο ρόλο έχει να εξάρει περισσότερο από όλα την εκφραστική αξία του ποιήματος. Έτσι ενώ για έναν οποιονδήποτε από τους Γάλλους μουσικούς κάθε ποίημα είναι κατάλληλο για να μελοποιηθεί, όσο μέτριο κι αν είναι, πενιχρό ή άδειο, ο Σούμπερτ και ο Σούμαν διαλέγουν τα αριστουργήματα των μεγαλύτερων ποιητών της πατρίδας τους, για να τα σχολιάσουν μουσικά.

Το λιντ είναι είδος λαϊκής προέλευσης και για μεγάλο διάστημα παρέμεινε αποκλειστικά λαϊκό. Άρχισε να παίρνει θέση μεταξύ των καλλιτεχνικών ιδεών γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα, χάρη στον Χίλερ, τον εφευρέτη του Singspiel, τον Ράιχαρντ και τον Τσέλτερ, φίλο του Γκαίτε και ιδρυτή της Liedertafel, ανδρικής χορωδίας, για την οποία συνέθεσε σημαντικό αριθμό έργων. Ο Μότσαρτ έβαλε λιντ στον Μαγικό Αυλό και στο Έτσι κάνουν όλες. Ο Γκλουκ δημοσίευσε συλλογή από αυτά το 1770 και ο Μπετόβεν έγραψε πάρα πολλά λιντ, μεταξύ των οποίων τα περισσότερα είναι θαυμάσια. Την ευρύτητα και ανάπτυξη στο λιντ την έδωσε ο Σούμπερτ και, από αυτόν το είδος αυτό, προσαρμόστηκε σε κάθε ποικιλία ποιητικών θεμάτων, και, έγινε μουσικό ποίημα, όπου η συγχώνευση των δυο τεχνών επιτελείται με τρόπο οριστικό και τέλειο